Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

Μία έννοια ουτοπίας

Με αφορμή ένα σχόλιο για το παρόν ιστολόγιο από το Κόκκινο Μπαλόνι, στο δικό της ιστολόγιο, http://kokkinompaloni.wordpress.com/

Η φιλοσοφία που προσδιορίζεται ως η εγκαινιάζουσα φιλοσοφία των νεότερων χρόνων, είναι αυτή του Descartes, και χαρακτηρίζεται από αυτό που αποκαλούμε στροφή στην υποκειμενικότητα. Συνάγεται από τον παραπάνω προσδιορισμό πως αυτό που αφήνει πίσω της η φιλοσοφία είναι ένα παρελθόν που θα μπορούσαμε αντιστοίχως να ονομάσουμε φιλοσοφία της αντικειμενικότητας, ή αλλιώς φιλοσοφία του Είναι. Η πρώτη και η δεύτερη ιστορικά περίοδος του φιλοσοφείν, η αρχαιότητα και ο μεσαίωνας, δεσμεύονται από το Είναι, υπό την έννοια πως η αναζήτηση της αλήθειας στρέφεται προς αυτό που είναι και προσπαθεί να το γνωρίσει, να εκφέρει κρίσεις που κατά το δυνατόν αντιστοιχούν στο Είναι και συλλαμβάνουν την αλήθεια του. Με άλλα λόγια, η αλήθεια είναι εκεί έξω, στο πράγμα, και ο ρόλος της νόησης είναι να την αναγνωρίσει και να την περιγράψει. Αυτή η πεποίθηση, προκειμένου για την αρχαιότητα λόγου χάρη, αντανακλάται στην φυσική αντίληψη και οργάνωση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Από την άλλη στον μεσαίωνα μπορούμε να πούμε πως αποθεώνεται στους ατελεύτητους καταλόγους στους οποίους οι σχολαστικοί επιχειρούν να εκθέσουν όλες τις ιδιότητες του Θεού, του απόλυτου Είναι.


Μετά τον Καρτέσιο όμως το πράγμα αλλάζει. Το μέτρο της αλήθειας αρχίζει ο στοχαζόμενος νους να το αναζητά στο υποκείμενο, ήτοι στον ίδιο τον εαυτό του. Η νους αφού στοχαστεί το Είναι, επιστρέφει στον εαυτό του και διερωτάται για το πόσο βέβαιος είναι για την κρίση που εκφέρει περί αυτού, περί του πράγματος. Με τον Kant, η ιδέα αυτή ωθείται σε νέα βάθη-ή ύψη! Η αλήθεια για την οποία ομιλούμε και την οποία αναζητά η νόηση, δεν βρίσκεται στο πράγμα. Το πράγμα, εδώ μετασχηματιζόμενο σε πράγμα καθ’ εαυτό, γίνεται το απροσπέλαστο από το νοείν. Γίνεται ένα σύστοιχο της υποκειμενικής αίσθησης, για το οποίο ο νους δεν μπορεί να πει και πολλά. Μπορεί να πει μόνο πως δεν μπορεί να το γνωρίσει. Έτσι, η γνώση μετατρέπεται σε γνώση του φαινομένου˙ στην πραγματικότητα όλη η σύγχρονη επιστήμη είναι θεμελιωμένη σε αυτήν την παραδοχή. Η γνώση του φαινομένου, δύναται να είναι αντικειμενική, να είναι δηλαδή αναγκαία αληθής, αλλά αυτήν την αναγκαιότητα την αντλεί από το υποκειμενικό νοείν και την βεβαιότητα που το υποκείμενο αναγνωρίζει στην κρίση του αφού την αναστοχαστεί Η αλήθεια δεν είναι πλέον η αντιστοίχηση της νόησης προς το πράγμα, δεν αντλείται από αυτό. Το Είναι, ως το πράγμα, είναι το αποτέλεσμα ενός συμπεράσματος ενός συλλογισμού που λέει: αφού κάτι βλέπω ή νοώ, άρα κάτι υπάρχει. Όσο και αν η νόηση επιχειρεί να το γνωρίσει, αυτό της αντιστέκεται.


Εάν όμως το Είναι, που αποτέλεσε το διακύβευμα για όλη την φιλοσοφία από τον Θαλή και εντεύθεν, γίνει κάτι σαν το έτερο της γνώσης, αυτό το οποίο η γνώση δεν μπορεί ποτέ να φτάσει, τότε τι μας μένει, εκτός από έναν κόσμο φαινομένων, εικόνων και παραστάσεων; Την απάντηση ξεκινά να την δίνει ο ίδιος ο Kant και την οδηγούν στα όριά της οι Γερμανοί ιδεαλιστές που τον ακολουθούν. Ο άνθρωπος δεν είναι πλέον αυτός που καλείται να γνωρίσει τον κόσμο. Το όλο σχήμα αντιστρέφεται: ο άνθρωπος είναι πλέον αυτός που θα δημιουργήσει τον κόσμο, και έτσι θα πραγματοποιήσει και θα γνωρίσει τον ίδιο τον εαυτό του. Η γνώση γίνεται πράξη και ο άνθρωπος από αναπόσπαστο μέρος της φύσης, του Είναι, που επιχειρεί να γνωρίσει, γίνεται πράττον υποκείμενο, που φτιάχνει την ιστορία του. Ασφαλώς, το επόμενο ερώτημα που μοιραία τίθεται, είναι το πώς πρέπει να πράττει ο άνθρωπος˙ το θέτει βεβαίως ο ίδιος ο Kant.


Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα είναι αυτονόητο πως πρέπει πρώτα να δείξουμε πως ο άνθρωπος είναι ελεύθερος. Ειδάλλως, δεν έχει νόημα η ερώτηση. Διότι αν ο άνθρωπος είναι απλώς μέρος μιας αλυσίδας αιτίων κα αποτελεσμάτων, όπως μία πέτρα ή ένα δέντρο, δεν έχει το παραμικρό νόημα να μιλούμε για πράξη και ιστορία. Την ελευθερία όμως, δεν μπορούμε-θα πει ο Kant- να την αποδείξουμε. Μπορούμε μόνο να την αποδεχτούμε ως υπάρχουσα. Και αυτό γιατί δεν είναι δυνατόν να αποδειχτεί κάτι που βρίσκεται εντελώς έξω από το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας, που όπως είπαμε έιναι το πεδίο της φαινομενικής γνώσης, της μόνης δυνατής γνώσης κατά τον Kant. Αλλά ο Kant δεν σταματά εδώ. Όχι μόνο δεν μπορούμε να την αποδείξουμε, αλλά ακόμη και αν την παραδεχτούμε, δεν μπορούμε να την προσδιορίσουμε, καθότι αν προσδιορίσουμε την ελευθερία, τότε αυτή δεν θα είναι ελευθερία! Τι μπορούμε να πούμε τότε για αυτήν την έννοια, που αποτελεί το αφετηριακό σημείο κάθε ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας; Το εξής: είναι αυτό προς το οποίο τείνει η ανθρώπινη πράξη, αυτό που την οδηγεί σαν μίτος της Αριάδνης. Το αντικείμενο του έρωτος θα έλεγε ίσως ο Πλάτων, ή το πρώτο κινούν ακίνητο, θα έλεγε ο Αριστοτέλης-με την επισήμανση βεβαίως πως τόσο το αντικείμενο του έρωτος, όσο και το κινούν ακίνητο, Είναι, ενώ η ελευθερία δεν είναι Ον, αλλά αρχή . Είναι αυτό που πρέπει πάντα να είναι αδιόριστο. Κανείς δεν μπορεί να πει πως είναι αυτό ή το άλλο, αλλά όλοι μπορούν στην πράξη να είναι ελεύθεροι. Η ελευθερία είναι αυτό που δεν μπορεί κανείς να γνωρίσει. Ο καθένας όμως μπορεί να πράττει ως ορμώμενος από αυτήν. Είναι, μπορούμε να πούμε με άλλα λόγια, η ουτοπία. Αυτό που δεν υπάρχει, δεν Είναι, αλλά ρυθμίζει τις πράξεις μας περισσότερο από κάθε τι που Είναι και γνωρίζουμε.


Φυσικά η φιλοσοφία ήρθε- πάλι- κατόπιν εορτής, αφού στο πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο η έννοια του πράττοντος υποκειμένου είχε πάρει ήδη τα σκήπτρα με την γέννηση, στα σπάργανα ακόμη, του ατομισμού, της αστικής τάξης. Το διαφωτιστικό πρόταγμα για κυριάρχηση επί της φύσης είναι η ίδια όψη του νομίσματος. Ο άνθρωπος ως δημιουργός του εαυτού του και της κοινωνίας του, τίθεται απέναντι από τη φύση(με την εξαίρεση του φυσικού ανθρώπου του Rousseau…φυσικά!). Την ίδια πάνω κάτω περίοδο εμφανίζονται και έκτοτε ορίζουν ως αφετηρία την αριστερή(γενικά) σκέψη, οι ουτοπιστές σοσιαλιστές.


Εννοείται πως η έννοια της ουτοπίας δεν εξαντλείται σε αυτές της γραμμές, ούτε φυσικά η στροφή από την γνώση στην πράξη και την ιστορία είναι τόσο απλή. Εδώ απλώς κατατίθενται κάποιες σκέψεις. Άλλωστε δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τα θέματα που ακροθιγώς αναφέραμε με μόνο όπλο τον Kant. Αυτοί που τον ακολούθησαν, o Fichte, o Hegel, ο Marx έδωσαν άλλο νόημα στην καντιανή πρακτική φιλοσοφία. Μία πιο ενδελεχής πραγμάτευση ξεπερνά όμως τους σκοπούς αυτής της σύντομης ανάρτησης. Ίσως επανέλθουμε στο μέλλον.


15 σχόλια:

  1. η αλήθεια είναι ότι από το σχόλιο της μπαλόνης και εγώ κάτι τέτοιο σκέφτηκα
    :}

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. πω πω...όλο αυτό το κείμενο απλά από το σχόλιο ό,τι η ουτοπία μπορεί τελικά να μην είναι πολύ μακριά; Εξαιρετικό το βρίσκω!
    Κοιτάχτε να δείτε, Οδυσσέα και Αφεντικούλη, πρέπει να ομολογήσω πως είστε πολύ πιο διαβασμένοι από μένα, ειδικά στο επίπεδο της φιλοσοφίας.
    Και η αλήθεια είναι πως τον όρο "ουτοπία" δεν το έβαλα ακριβώς με την φιλοσοφική του έννοια! Αν και τώρα που το σκέφτομαι (το αφεντικούλη ξέρει ήδη πως γράφω ενόσω σκέφτομαι...δηλαδή μπορεί και αν αυτοαναιρω προηγούμενες σκέψεις καθώς καταλήγω κάπου) μάλλον την ουτοπία ως μίτο της Αριάδνης τη σκεφτόμουν κι εγώ.
    Όταν μίλησα για διαφωνίες που μπορεί να έχω είναι ως προς το τι είναι άμεσα εφαρμόσιμο εντός του πλαισίου της Ελλάδας εντός Ευρώπης αυτή τη στιγμή (μιλάω για τις προτάσεις που κάνει ο Οδυσσέας στο "ζητήματα οργάνωσης, πρώτο μέρος").
    Η έξοδος από την ΟΝΕ αυτή τη στιγμή, η επιστροφή στη δραχμή με ταυτόχρονη υποτίμησή της ως προτάσεις της αριστεράς έχουν απορριφθεί στο μυαλό μου, μέσα από αναλύσεις που έχω διαβάσει από οικονομολόγους και θεωρητικούς που εμπιστεύομαι, όπως τον Γιάννη Δραγασάκη. Από κει και πέρα όμως, θεωρώ πως η νίκη της αριστεράς είναι εφικτή αλλιώς δεν θα είχε νόημα να την προσδοκώ και να παλεύω για αυτή. Και μιλώντας για νίκη της αριστεράς εννοώ την εφαρμογή ενός άλλου μοντέλου ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης που θα είχε σαν αποτέλεσμα και αυτά που απορρίπτω αυτή τη στιγμή ως μη εφικτές προτάσεις.
    Διαχωρίζω δηλαδή στο μυαλό μου και στη δράση μου τις προτάσεις που θέλω να εφαρμοστούν στο υπάρχον σύστημα (για την βελτίωση της διαβίωσης, όχι σαν καρότο που θα δώσει το άλλοθι στο σύστημα) από αυτά που θα εφαρμόσει μια διακυβέρνηση που θα προκύψει από τη λαϊκή επανάσταση (ακόμα κι αν έρθει μέσω εκλογών αυτή η διακυβέρνηση).
    Εννοώ, ο δρόμος προς την ουτοπία οφείλει να μετράει και νίκες, όχι απαραίτητα συνολικές νίκες αλλά και σημειακές νίκες που θα κάνουν τη συνολική πρόταση ελκυστική και θα της δίνουν την δυνητικότητα της εφαρμογής (για κάποιους που είναι σκεπτικιστές).
    Βέβαια, κατανοώ πως αυτό συνιστά θεμελιώδη αντίθεση σε επίπεδο πολιτικής φιλοσοφίας μεταξύ των διαφόρων ρευμάτων της αριστεράς.
    Και αυτό για κάποιους και κάποιες είναι εμπόδιο ανυπέρβλητο στο ζήτημα της κοινής δράσης στη βάση. Αυτό βλέπω τώρα τελευταία να αμβλύνεται και με κάνει λίγο πιο αισιόδοξη, ειδικά στο επίπεδο της "βάσης" του κινήματος, σε αυτό που εσύ αποκαλείς από τα κάτω. Και εκεί πήγαινε το "αναγνωρίζω τις καλές προθέσεις".
    Αυτα για αρχή (σεντονάκι πάλι) αλλά μάλλον πρέπει να ξεσκονίσω λίγο τα διαβάσματά μου στον Καντ, τον Hegel και τον Καστοριάδη (τολμώ να πω) για να μπορέσω να ανταπεξέλθω στο επίπεδο αυτής της συζήτησης. ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. α, έκανα και κάτι "ορθογραφικά", συγχωρέστε με! αυτό το "ό,τι" στην πρώτη πρόταση έπρεπε να είναι "ότι".
    Μπορεί να έχω κι άλλα!
    Είμαι άρρωστη σήμερα και γράφω με όση συγκέντρωση μπορεί να έχω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλησπέρα, καλωσόρισες και ευχαριστώ!
    Σε ό,τι αφορά την φιλοσοφία, είμαι μόνο ένας μαθητής που με θράσος παραχωρεί στον εαυτό του μία σχετική ελευθεριότητα στο στοχασμό, τουλάχιστον εκτός αυστηρού ακαδημαϊκού περιβάλλοντος!

    Συμφωνούμε απόλυτα ως προς την ανάγκη ενότητας από τη βάση, και αφού είναι έτσι ας μείνουμε καταρχήν στα όσα ενώνουν!
    Για διαφωνίες ελπίζω και εδώ να θεωρηθεί φιλόξενος ο χώρος, αν και το πρόβλημα μας είναι πλέον ο χρόνος!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. μπαλόνη, δε θα με χαρακτήριζα διαβασμένο στη φιλοσοφία...
    το πρώτο μου σχόλιο ήταν μόνο μια παθητικοεπιθετική έκφραση της αμηχανίας μου μπροστά στο καταπληκτικό ξεδίπλωμα της διανοητικότητας του compañero Οδυσσέα.
    Το δεύτερο ένας διπλός χαιρετισμός σε εσάς

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Kαταπληκτικο κειμενο,κοφτερη σκεψη,ενδελεχης αναλυση.Μπραβο Οδυσσεα,ειχε δικιο ο el romandante που σε "διαφημιζε"!Εκλαικευεις δυσκολες εννοιες κ τις καθιστας προσιτες.
    Μετα τον επαινο,θα επανελθω καποια στιγμη για διαλογο,πανω σε καποια αναρτηση σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Celin,
    καλωσόρισες και
    ευχαριστώ πολύ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. το ερωτευμένο κυκλάμινο25 Ιουνίου 2010 - 1:20 μ.μ.

    "... η ελευθερία δεν είναι Ον, αλλά αρχή. Είναι αυτό που πρέπει πάντα να είναι αδιόριστο".

    Πιο κάτω παρατίθενται ορισμένες σκέψεις μου εξ αφορμής του άρθρου σου (λόγω της έκτασης που έλαβαν στέλνω τρία διαδοχικά posts). Παρ’ όλο που θα διαγνώσεις ενδεχομένως σαφή θεωρητικά και φιλοσοφικά ερείσματα σε αυτές, θα μου επιτρέψεις να τις θέσω με έναν πιο άμεσο τρόπο, παρακάμπτοντας ελαφρώς έναν τεκμηριωμένο ιστορικά και ακαδημαϊκά τόνο. Όπως άλλωστε θα διαπιστώσεις, ο σκοπός του κειμένου που ακολουθεί δεν είναι να διδάξει ιστορία της φιλοσοφίας. Θα με συγχωρέσεις επίσης εάν με αυτά που θα πω προκαταλαμβάνω μία μελλοντική σου συμπλήρωση, την οποία μάλιστα προαναγγέλλεις.
    Ως προς την παραπάνω λοιπόν κατανόηση της ελευθερίας, εκείνη αρμόζει βεβαίως σε μία συγκεκριμένη όψη της νεώτερης σκέψης, ευτυχώς όμως η τελευταία δεν εξαντλείται σε έναν τέτοιο φιλελεύθερο αγνωστικισμό. Βεβαίως, η ελευθερία δεν έγκειται σε μία εξωτερική, θεωρητική απόφανση περί του εύρους της έννοιάς της (αν εννοείς κάτι τέτοιο ως "προσδιορισμό της ελευθερίας"). Αντίθετα όμως με όσα ενδιαφέροντα εκθέτεις - και θέτεις εμμέσως ως το οιονεί καντιανό θεμέλιο σύνολου του νεώτερου στοχασμού, η ελευθερία όχι μόνο γνωρίζεται, αλλά πολύ περισσότερο ταυτίζεται απολύτως με τη γνώση και την ερμηνεία της. Ο ιδιάζων μάλιστα τρόπος, με τον οποίο προσδιορίζεται κάθε φορά η ελευθερία, εξυφαίνει εκείνον τον καμβά που συνηθίζουμε να αποκαλούμε "ιστορία". Με άλλα λόγια, η ελευθερία δεν μία απλή διανοητική (συνεπώς αποδείξιμη) κρίση ή το προϊόν μίας απλής υποκειμενικής ερμηνείας, είναι ωστόσο η καθαρή δυνατότητα αυτοδιερμήνευσης αυτής της σκοτεινής, αδιόριστης ουσίας της ανθρωπότητας από την ίδια την ανθρωπότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία όχι μόνο δεν συνίσταται στην ματαίωση του προσδιορισμού της, αλλά ταυτίζεται με την προσδιοριστική πραγμάτωσή της εντός του διυποκειμενικού κόσμου - και με τίποτε άλλο. Στο πλαίσιο αυτό, η ελευθερία δεν είναι η αφηρημένη δυνατότητα του ανθρώπου να πράττει εν γένει. Είναι πλήρως προσδιορισμένη και έχει το συγκεκριμένο περιεχόμενο που ορίζεται από αυτές τις πράξεις. Και δυστυχώς ματαιοπονεί όποιος νομίζει ότι είναι εξ ορισμού ελεύθερος επειδή ορισμένοι φιλόσοφοι επινόησαν μία έννοια αδιοριστίας, την ονόμασαν "ελευθερία" και κατόπιν απέτρεψαν την προσπέλασή της είτε από την σκέψη, είτε από την πράξη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. το ερωτευμένο κυκλάμινο25 Ιουνίου 2010 - 1:23 μ.μ.

    Υπάρχει βεβαίως μία δόση αλήθειας στην σύλληψη της ελευθερίας ως απροσδιόριστης αρχής. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι υφίσταται όντως μία ισχυρή απροϋπόθετη οντοθετική αρχή, μία καθ’ εαυτήν αδιάγνωστη και αναπόδεικτη παραγωγική δύναμη, την οποία λόγου χάριν οι πιστοί των διαφόρων θρησκειών ονομάζουν «θεό» εξατομικεύοντάς την, ενώ εμείς μπορούμε κάλλιστα να την ονομάσουμε ελευθερία. Συγχρόνως όμως, η απροσδιοριστία αυτή όχι μόνο αποτελεί οντότητα, αλλά αρχικά ταυτίζεται κατ’ εξοχήν με το απλό, καθαρό, πρωταρχικό Είναι. Για να σου δώσω ένα παράδειγμα, η υπό συζήτηση έννοια θα μπορούσε, σε μία ορισμένη θεώρηση του κόσμου, να είναι το συνεπτυγμένο σε μία πρωταρχική, άπειρη ύλη σύμπαν· εκείνο δηλαδή το οποίο εμπεριέχει εντός του όλες τις δυνατότητες εκδίπλωσής του, ώστε στη συνέχεια να μορφοποιηθεί και να συσταθεί ως ο κόσμος, μέσω μία διαδικασίας την οποία υπαγορεύει αυτή η ίδια η εξελικτική κίνηση στον εαυτό της.
    Η διαφορά της φιλοσοφικής κατανόησης της αυτής της ούσας αρχής ή του οντοθετικού όντος από την κάθε λογής μεταφυσική ή θρησκευτική θεώρησή της είναι πολύ απλά ότι η φιλοσοφία (όπως και η επιστήμη) θεωρεί ότι αυτό το πρωταρχικό δεν είναι απλώς αδιάγνωστο από έναν τρίτο, παραδείγματος χάριν από εμάς που επιχειρούμε να την γνωρίσουμε, άλλα είναι παντελώς αδιάγνωστο ακόμη και εντός του εαυτού του – είναι απροσπέλαστο ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό και δεν συνέχεται από κανενός είδους γνώση ή αυτοσυνειδησία. Το χαρακτηριστικό αυτό το προσπορίζεται βαθμιδών το Είναι, καθώς διαταράσσει την ιδεατή απλότητά του και μεταβάλλει τον εαυτό του σε σχεσιακό ολοκλήρωμα, δηλαδή σε ενότητα η οποία απαρτίζεται από διακριτά μέρη που ωστόσο συνδέονται μεταξύ τους μέσω προσδιορισμένων σχέσεων. Έτσι γεννιέται εντός αυτής της σφαίρας γνώση και συνείδηση, καθώς αυτά τα δύο προϋποθέτουν την εσωτερική διαφορά την οποία επισήμανα, τη δυνατότητα δηλαδή να υφίσταται ένα έτερο, προς το οποίο να μπορεί να σχετίζεται αποβλεπτικά κάτι.
    Ίσως τώρα είναι περισσότερο κατανοητό ότι η ελευθερία ως το πρωτογενές κινούν αίτιο, ως η γενεσιουργός απροσδιοριστία ωθείται από την ίδια τη φύση της στην προσδιοριστική πραγμάτωση του εαυτού της και στη νοηματοδότησή της (και δεν μπορεί να νοηθεί ξεχωριστά από αυτή τη δεύτερη όψη της). Μοιάζει σχεδόν ολοφάνερο ότι πρόκειται εδώ για μία δύναμη, η οποία πυροδοτεί την αυτοδιάσπασή της και την αλλοτρίωση από την ασύνειδη απλότητά της, προκειμένου να αναβαπτιστεί στην γνώση του εαυτού της, να γίνει ορατή και κατανοητή από μία συνείδηση την οποία θα έχει παραγάγει η ίδια.
    Εάν αποδεχτούμε το προφανές, ότι δηλαδή το να βρίσκεται κάτι πλάι σε κάτι άλλο σημαίνει ότι είναι ήδη έμπρακτα προσδιορισμένο έναντι εκείνου του άλλου, θα συμφωνήσουμε ότι «απροσδιοριστία» δεν σημαίνει απλώς ότι κάτι είναι αδιαφανές και γνωστικά απροσπέλαστο από κάτι άλλο, αλλά ότι εκείνο το άλλο δεν υπάρχει καν. Υπό αυτή την έννοια, η ελευθερία, μονομερώς ταυτιζόμενη με την απλή απροσδιοριστία, δεν είναι παρά η ελευθερία του περιορισμού ή του εγκλωβισμού στον εαυτό. Η ελευθερία όμως είναι η απελευθέρωση του Είναι από τον εγκλωβισμό του στον εαυτό, η διάνοιξή του σε μία σχέση και, συγχρόνως, η απελευθέρωσή αυτής της πολλαπλότητας από τον κατακερματισμό και η επιστροφή στην ενότητα. Η ενότητα όμως πλέον δεν μπορεί να είναι εκείνη η πρωταρχική οντική ενότητα, αλλά η ενότητα που συνυπάρχει με την διαίρεση και αποτελεί το συνειδησιακό συνεχές εντός αυτής της διαίρεσης, τη συνεκτική ουσία της. Με άλλα λόγια, η ενότητα εδώ δεν είναι παρά η ανάμνηση της ενότητας, η έλλογη μίμησή της· είναι η ένταξη του πολλαπλού στην ενική προοπτική του λόγου. Αυτό ακριβώς είναι, σε τελευταία ανάλυση, η ελευθερία: η εμπειρία της απώλειας της απλής, μοναχικής ύπαρξης και η έλλογη ανασύνθεση αυτής της εμπειρίας. Η ενότητα είναι η ενότητα της γνώσης του τρόπου με τον οποίο διαφοροποιείται η ενότητα. Ελευθερία είναι η μετατροπή της οντότητας σε συνείδηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. το ερωτευμένο κυκλάμινο25 Ιουνίου 2010 - 1:26 μ.μ.

    Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και οι χριστιανοί κατανοούν την αναγκαιότητα της σύνδεσης του απολύτου ή του απροϋπόθετου με τη γνώση· σκηνοθετούν έτσι την αποκάλυψη του θεού τους στους ανθρώπους. Το θείο συνδέεται μυστηριωδώς με τη γνώση του θείου. Σε αυτό ακριβώς το σημείο ερείδεται δογματικά και η ιερότητα της εκκλησίας. Ωστόσο, ο θεός και ο κόσμος (ή, αλλιώς, η ενότητα και η πολλαπλότητα) θα είναι για τους πιστούς πάντοτε δύο διαφορετικά και επί της ουσίας ασύμπτωτα μεταξύ τους πράγματα. Ο θεός προϋπήρχε του κόσμου και υπάρχει υπεράνω αυτού και η όποια σχέση υπάρχει είναι η σχέση του δημιουργού με το δημιούργημά του: η σχέση ενός τσαγκάρη με ένα ωραίο ζευγάρι παπούτσια που έφτιαξε. Αφήνοντας κατά μέρος το εύλογο ερώτημα γιατί εν τέλει έφτιαξε τον κόσμο (εφόσον δεν συνδέεται λογικά και οντολογικά με αυτόν), και παρακάμπτοντας ερμηνείες ψυχολογικού τύπου («ο θεός είναι καλός και ήθελε να φτιάξει κάτι για να του δώσει όλη του την αγάπη»), δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε τον φετιχιστικό χαρακτήρα αυτής της σχέσης.
    Για να επανέλθω τώρα στο θέμα, προτείνω να δούμε την έννοια της ελευθερίας λίγο πιο συγκεκριμένα, τοποθετώντας την στο ανθρώπινο συγκείμενο. Η ανθρώπινη λοιπόν ελευθερία είναι ταυτόσημη με την δραματική προσπάθεια της ανθρωπότητας να την σκεφτεί και να την πραγματοποιήσει, δηλαδή να προσδώσει μέσω της εργασίας της ύλη και μορφή στον βαθύτερο εαυτό της, να τον κατανοήσει, να τον πραγματοποιήσει και να ζήσει μέσα σε αυτόν. Η προσπάθεια αυτή καρποφορεί και αποτυπώνεται πάντοτε ως μία ιδιαίτερη τροπή του ανθρώπινου πολιτισμού, που συνίσταται σε μία έμπρακτη ερμηνεία της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, τα πράγματα και τους άλλους ανθρώπους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. το ερωτευμένο κυκλάμινο25 Ιουνίου 2010 - 1:27 μ.μ.

    Η ελευθερία δεν είναι λοιπόν ουτοπία - ένας ανύπαρκτος ή/και αόριστος προορισμός, αλλά (συνεχίζοντας σε αυτό το μοτίβο) το συγκεκριμένο ανηφορικό μονοπάτι που διάνοιξε με πολύ κόπο ο οδοιπόρος μας, και το σημείο στο οποίο στέκεται και ατενίζει την προηγούμενη πορεία του, προσπαθώντας να ανακτήσει την ανάσα του και να συνεχίσει. Η ελευθερία δεν είναι το παρθένο και απάτητο έδαφος, αλλά το ίχνος μας στον κόσμο, δεν είναι ο ανέφικτος σκοπός μίας πορείας, αλλά η ίδια η εμπειρία αυτής της πορείας, καθώς και το γεγονός ότι η πορεία αυτή δεν αναχαιτίστηκε.
    Η αλήθεια βεβαίως είναι ότι το προσδιοριστικό βήμα ανήκει προς το παρόν σε λίγους, τους οποίους η ανθρωπότητα παλεύει απλώς να ακολουθήσει, ωθώντας και υποβαστάζοντάς τους ταυτοχρόνως, δέσμιά τους μέσα στην μικρή ατραπό που εκείνοι καθορίζουν. Το αποτέλεσμα είναι να βραδυπορούμε, να χανόμαστε σιγά - σιγά εξουθενωμένοι (με πρώτους τους πιο αδύναμους από εμάς) και να ποδοπατούμε ο ένας τον άλλο. Και όλα αυτά, τη στιγμή που θα έπρεπε να πλατύνουμε το μονοπάτι της ιστορίας, να απλωθούμε ρισκάροντας να βγούμε από την τραγική μας πεπατημένη, ώστε να δώσουμε στους εαυτούς μας και στους άλλους σαν εμάς τον ζωτικό χώρο, προκειμένου να πορευτούμε όλοι μαζί, ανθρώπινα και δημιουργικά. Τότε ενδεχομένως η ανθρωπότητα θα αποκτούσε μια τέτοια ορμή, με την οποία θα συμπαρέσυρε στο διάβα της τους απάνθρωπους πρωτοπόρους της.
    Η ιστορία προχωρά μόνον εφόσον την ωθούν εκείνοι που έχουν μεταβληθεί σε κινητήριο δύναμή της και ο βαθύτερος λόγος αυτής της κίνησης είναι η εκ νέου μετατροπή αυτής της δύναμης σε ανθρώπινα όντα. Ο μοναδικός δηλαδή λόγος ύπαρξης της ιστορικής κίνησης είναι η ελευθερία, υπό τη σημασία της αποεργαλειοποίησης του "μοχλού" αυτής της κίνησης, υπό τη σημασία της μεταστροφής του κινούντος αιτίου - υποκειμένου σε αυτοσκοπό αυτής της κίνησης. Η απόβλεψη είναι λοιπόν εδώ να πάψει ο άνθρωπος να κινεί και να επωμίζεται κάτι ξένο και ενάντιο στον ίδιο, από το οποίο συγχρόνως συμπαρασύρεται και άγεται, αλλά αντιθέτως να κινεί αυτοβούλως τον εαυτό του και τους συν αυτώ, να ορίζει και να δημιουργεί το μέλλον του. Προς ώρας, η ανθρωπότητα αποτελεί τη δύναμη μίας μηχανής που κινείται καταναλώνοντάς την, μίας μηχανής που όμως δημιουργήθηκε από εκείνη και για εκείνη. Το ζητούμενο για την ανθρώπινη κοινωνία είναι τώρα να καταργήσει εκείνη τη διαμεσολάβηση, εκείνη τη θετική υποστασιοποίηση του εαυτού της ως κάτι ξένου προς την ίδια, το οποίο οφείλει συγχρόνως να φέρει ή να κινεί εις το διηνεκές.

    Αυτά για την ουτοπία, και συγγνώμη εάν μακρηγόρησα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Ερωτευμένο κυκλάμινο ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σου.
    Οφείλω πριν από όλα μία συγγνώμη που δεν απάντησα σε αυτό. Ο λόγος είναι πως ήδη πολλές ημέρες πριν από το σχόλιό σου σταμάτησα να γράφω στο blog, όπως επίσης και να το παρακολουθώ. Μόλις τώρα και εντελώς τυχαία συνάντησα το κείμενό σου.

    Ακόμη περισσότερο όφειλα να απαντήσω λόγω του εξαιρετικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζει η άποψή σου.Ευτυχώς η σχέση των φιλοσοφικών εννοιών με την επικαιρότητα δεν είναι σχέση εξάρτησης και υποταγής, συνεπώς ελπίζω πως η απάντηση μου, έστω με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, δεν αφαιρεί από το ενδιαφέρον του διαλόγου.

    Ο Καντ διά της άρνησής του να αποδεχθεί ως δυνατό έναν προσδιορισμό της ελευθερίας ως εκείνου ή του άλλου πράγματος καταργεί μία για πάντα την εξωτερική και αποβλεπτική σχέση του νου προς αυτήν ως σχέση της νόησης προς ένα αντικείμενό της όπως όλα τα άλλα. Αν η έννοια της ελευθερίας μπορούσε να προσδιοριστεί τότε ο εμπειρικός άνθρωπος θα ήταν σε σχέσει προς το πράττειν του υπαγόμενος στην όρισή της. Η όλη ηθική συμπεριφορά θα ήταν τίποτα άλλο παρά ένα Είναι εμπειρικό και όχι διαφορετικό από την φύση, το οποίο θα ανασυγκροτούνταν εννοιακά διά των τελεστικών πράξεων του κατηγορικού προσδιορισμού. Σύνολη η ανθρώπινη ουσία που πραγματώνεται στο έλλογο πράττειν θα ήταν ένα φαινόμενο. Η θεμελιώδης έννοια του προσώπου θα κατέρρεε και το ίδιο ο νοητός χαρακτήρας του ανθρώπου ως ελεύθερης αιτιότητας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Στην καντιανή φιλοσοφία που ερείδεται όμως στο πρόσωπο δεν είναι δυνατόν να συμβεί αυτό. Έτσι η ελευθερία καθίσταται τίποτα άλλο παρά ένα οδηγητικό σημείο, του οποίου η ύπαρξη και το περιεχόμενο δεν μπορούν να θεματοποιηθούν αποβλεπτικά. Η ελευθερία γίνεται το κίνητρο του ανθρώπινου πράττειν. Γίνεται με την έννοια αυτή ουτοπία˙ άγνωστη, απροσδιόριστη, ιδεατή, στο επέκεινα κάθε γνώσης και τετελεσμένου έλλογου προσδιορισμού. Ως ιδεατή όμως διέπει και προσανατολίζει την πράξη, περισυλλέγοντας εντός της ως συνέχουσα αρχή σύνολη την σκεδασμένη σφαίρα της ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτή η έννοια δύναμης που περιγράφει την ελευθερία συνιστά την αρνητικότητά της, την αρνητική τροπή της.

    Υπάρχει όμως και μία θετική τροπή στην ίδια την καντιανή σκέψη που λειτουργεί συμπληρωματικά προς την πρώτη. Είναι η αναγωγή του προσώπου σε απόλυτη αρχή αυτοδιερμήνευσης του. Κανείς δεν δύναται να αξιώσει την υπαγωγή του υπό οποιαδήποτε έννοια περί αγαθού ή ελευθερίας διότι προσκρούει σε κάτι το εντελώς αδιερμήνευτο και αδιάγνωστο. Ενόψει αυτού του αδιάγνωστου του προσώπου η στάση που αρμόζει απέναντι του είναι μόνον η αναγνώριση. Η αναγνώριση του ως της εξαγγελίας και παρουσίας της ελεύθερης βούλησης.

    Ως αυτοδιερμηνευόμενη υποκειμενικότητα, το πρόσωπο καλείται να ευθυγραμμίσει το έλλογο πράττειν του προς την ιδέα της ελευθερίας. Για να το πράξει όμως οφείλει να γνωρίζει το περιεχόμενο της. Όμως ακριβώς αυτό είναι η ελευθερία, καθαρή μορφή χωρίς περιεχόμενο. Το υποκείμενο βρίσκεται τοιουτοτρόπως ενώπιον της κατηγορικής προσταγής και την ίδια στιγμή ενώπιον της υποκειμενικότητάς του. Το περιεχόμενο της ελευθερίας κατακρημνίζεται στην άβυσσο της υποκειμενικότητας και της αυτοπροαίρεσης και αναδύεται η αντίφαση της μορφής και του περιεχομένου της ελευθερίας. Έτσι η προσπάθεια αυτοδιερμήνευσης αντλεί όλο το περιεχόμενό της από έξω, προσπαθώντας να το καταστήσει σύμμετρο προς την έλλογη μορφή της. Η ασυμμετρία όμως είναι εγγενής και δεν δύναται να αρθεί. Έτσι η πορεία προς την ελευθερία γίνεται μία πορεία απομείωσης μίας απόστασης από το Δέον, μία διαρκής κίνηση προς την βελτιστοποίηση του Είναι, που είναι όμως εκ της ουσίας της καταδικασμένη σε μία επ’ άπειρον προσέγγιση που δεν οδηγεί ποτέ την ελευθερία στην εμπειρία. Η έννοια της ελευθερίας χωρίς περιεχόμενο συνεπάγεται την εμπειρία μιας ζωής χωρίς ελευθερία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Αυτή είναι νομίζω η κριτική που ασκείται σε μία τέτοια έννοια ελευθερίας, και την οποία κι εσύ υιοθετείς. Η μετάθεση της ελευθερίας στο επέκεινα, και ο διαχωρισμός της από την ενθαδική πραγματικότητα. Αυτή η κριτική είναι μάλλον δίκαιη για την καντιανή φιλοσοφία, και την ενστερνίζομαι κι εγώ. Εκκινεί από τον θεμελιώδη διχασμό νόησης και εποπτείας, που εμπερικλείει διχασμούς όπως υποκείμενο- αντικείμενο, έννοια- εμπειρία, μορφή- περιεχόμενο. Αυτό είναι το πεδίο της συνειδησιακής διαφοράς από το οποίο ο Καντ δεν μπορεί να εξέλθει. Την ίδια στιγμή όμως που φαίνεται εγκλωβισμένος σε αυτό, επιχειρεί να υπερβεί την διαφορά με την Ιδέα. Αυτή είναι μάλλον η αρνητική ενότητα της έννοιας και της εποπτείας, η οποία όμως έχει το χαρακτηριστικό μίας ρυθμιστικής αρχής και δεν μπορεί να έχει υποστασιακό Είναι. Είναι ενεργή μόνο σε ένα πλαίσιο αυτοαναφοράς του λόγου ο οποίος μπορεί να αφίσταται από τον διχασμό του και να επιστρέφει σε μία έννοια ολότητας. Η υπέρβαση της συνειδησιακής διαφοράς και η αληθής ενότητα της υποκείμενης έννοιας και του αντικειμενικού Είναι δεν είναι δυνατή στον κριτικό αγνωστικισμό του Καντ.

    Μία τέτοια έννοια της ελευθερίας ως ουτοπίας, ήτοι ως κινούσας αρχής που στον πυρήνα της λανθάνει η υποκειμενικότητα ως η αυτοδιερμήνευση της ίδιας της αρχής προσπάθησα να περιγράψω. Είναι αλήθεια και θα συμφωνήσω μαζί σου πρόκειται για μία μονομερή θεώρηση η οποία παραβλέπει αυτό ακριβώς που ζητούμε από αυτήν σε τελική ανάλυση να ερμηνεύσει: την πραγματικότητα.

    Διότι μία ελευθερία που ποτέ δεν Είναι αλλά πάντοτε παραπέμπει σε ένα εκείθεν της ενθαδικής πραγματικότητας δεν μπορεί να είναι ελευθερία. Η αληθής ελευθερία είναι η ενότητα της έννοιας της καθώς αυτή προσδιορίζει τον εαυτό της χορηγώντας του ενθαδική πραγματικότητα, και της πραγματικότητας της. Το υποκείμενο είναι αυτό που ενεργοποιεί όλους τους διορισμούς που περιέχονται συνεπτυγμένοι εντός της ελευθερίας οδηγώντας στην πλήρη εκδίπλωση του περιεχομένου της και προσδίδοντας της ενεργό πραγματικότητα. Η ελευθερία μεταβαίνει από την δύναμη στην ενέργεια και από την υποκειμενική παράσταση στην αντικειμενική εκπραγμάτωσή της. Η ίδια η ελεύθερη βούληση που καλείται να πραγματώσει την ιδέα της ελευθερίας συνιστά ακριβώς την διαφορά του υποκειμενικού(σκοπός) από το αντικειμενικό(κόσμος) και την ίδια στιγμή τον μόχθο για την κατάργηση αυτής της διαφοράς- αφού στο ένα σκέλος της σχέσης, στον υποκειμενικό σκοπό περιέχεται σύνολή η αντίθεση. Συνεπώς, αν η ελευθερία είναι καταδικασμένη να μην πραγματώνεται ποτέ, τότε η ίδια η ουσία της βούλησης ως αναίρεσης της συνειδησιακής διαφοράς στην αυτοσυνείδηση, μένει ανεκπλήρωτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Αυτό το οποίο εν τέλει είναι εξαιρετικής σημασίας, μεταξύ άλλων φυσικά, στην καντιανή θέση περί ελευθερίας, είναι το γεγονός ό,τι καταγγέλλεται και απορρίπτεται το αβάσιμο μίας έννοιας ελευθερίας που δίδεται φύσει στον άνθρωπο. Μέσα από τις φαινομενικά παγιωμένες κατηγορίες του λανθάνει η κίνηση ενός νοητικού στοιχείου σύστοιχου προς το εμπειρικό, το οποίο παρακολουθεί και κατευθύνει μία διαδικασία έλευσης προς την ελευθερία, μολονότι αυτή ποτέ δεν πραγματώνεται. Διατηρείται όμως άσβεστη τη φλόγα της αρνητικότητας η οποία εγκλωβίζει στην έλξη της το έλλογο ανθρώπινο πράττειν.

    Μολονότι συμφωνώ με όλα όσα (εξαιρετικά) διατυπώνεις για την ανθρώπινη ελευθερία, οφείλω να ομολογήσω πως τα προβλήματα για μένα είναι ακόμη πολλά. Η σχέση αναγκαιότητας και ελευθερίας μέσα στην ιστορία, καθώς και η αδυναμία να εξαλειφθεί μία έννοια δέοντος, ακόμη και αν αυτή ενδύεται την μορφή της εκδίπλωσης ουσιωδών αλλά συνεπτυγμένων προσδιορισμών μίας πρωταρχικής υπόστασης στον ορίζοντα της αυτογνωσίας και αυτοπραγμάτωσης της ως βούλησης, είναι ένα από τα σκοτεινά σημεία. Ομοίως και τα ερωτήματα περί της προοπτικής ενός τέλους της διαλεκτικής κίνησης της ιστορίας και πραγμάτωσης της ελευθερίας. Εν πάσει περιπτώσει αυτά υπερβαίνουν τον διάλογο αυτόν προς το παρόν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή